Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Ο φόβος στη νηπιακή ηλικία και η αντιμετώπιση του.




Ο φόβος αποτελεί φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε επικίνδυνες καταστάσεις και μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσαρμοστική, χρήσιμη συμπεριφορά. Οι φόβοι της παιδικής ηλικίας είναι ένα φυσιολογικό κομμάτι των πρώτων χρόνων ανάπτυξης του παιδιού και αποτελούν αποτελεσματικό μέσο αποφυγής επικίνδυνων καταστάσεων ή/ και αντικειμένων. Μπορεί να  είναι  φόβοι πραγματικοί (π.χ. φόβος για τις αστραπές) ή φανταστικοί (π.χ. φαντάσματα). Σε μία έρευνα για την προβληματική συμπεριφορά των φυσιολογικών παιδιών διαπιστώθηκε ότι 90% των παιδιών είχαν ποικίλους φόβους. Παρόλο ότι οι φόβοι είναι ως ένα βαθμό κάτι συνηθισμένο στην παιδική ηλικία, η σοβαρότητά τους μπορεί να κριθεί μόνον από τις συνέπειες που έχουν στην καθημερινή ζωή του παιδιού.
Οι φόβοι διακρίνονται σε έμφυτους και επίκτητους. Έμφυτοι φόβοι είναι αυτοί με τους οποίους το παιδί γεννιέται, ενώ επίκτητοι φόβοι είναι εκείνοι που δημιουργούνται από το περιβάλλον.
Έμφυτοι φόβοι:
  1. Ο φόβος του πόνου: Το βρέφος κλαίει όταν πονάει.
  2. Ο φόβος του δυνατού θορύβου (π.χ. βροντές, ένα δυνατό χτύπημα της πόρτας).
  3. Ο φόβος που νιώθει το μικρό παιδί από την απότομη απώλεια στηρίγματος, ο ίλιγγος, το ύψος. Αν κρατήσουμε το μικρό παιδί από ένα μπαλκόνι ή ένα ανοιχτό παράθυρο κλαίει και φοβάται.
  4. Ο φόβος των ξένων ανθρώπων, φόβος στη θέα απρόοπτων, μεγάλων αντικειμένων (γύρω στο ένα έτος).
  5. 1-2 χρονών: Ο φόβος αποχωρισμού του παιδιού από τους γονείς του, φόβος για τους ξένους (συχνά διαρκούν έως τα 3-4 χρόνια).
  6. 2-4 χρονών: Πολλοί φόβοι: Δυνατοί θόρυβοι, ζώα, σκοτάδι, αλλαγή του περιβάλλοντος του παιδιού, μάσκες.
  7. 5 χρονών: Ζώα, “κακοί” άνθρωποι, σκοτάδι, αποχωρισμός από το γονιό, φόβος για σωματική βλάβη. Στην ηλικία αυτή οι φόβοι σχετίζονται περισσότερο με τις καθημερινές εμπειρίες των παιδιών (π.χ. χτύπημα, πέσιμο, δάγκωμα σκυλιού).
  8. 6 χρονών: Υπερφυσικά πλάσματα (μάγισσες, φαντάσματα), θύελλα, κεραυνοί, σκοτάδι κτλ. Οι φόβοι συνήθως προέρχονται από ταινίες, βιβλία κτλ. Στην ηλικία αυτή επίσης είναι συχνοί οι εφιάλτες, που πιθανόν να οφείλονται σε φόβους που το παιδί βιώνει κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι φόβοι από απτοί και συγκεκριμένοι γίνονται αόρατοι και απροσδιόριστοι: π.χ. φόβος για το σκοτάδι, να μένει μόνο του, φόβος για την αποτυχία, την αρρώστια, το θάνατο.
Γενικά, στην ηλικία των 2 ετών περίπου έχουμε πολλούς φόβους γιατί σε αυτό το εξελικτικό στάδιο το παιδί έχει μεγαλύτερη κατανόηση και αντίληψη του κόσμου γύρω του. Ωστόσο η ικανότητά του δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί να εξηγήσει απόλυτα όλα όσα συμβαίνουν.
Επίκτητοι φόβοι – Αίτια:

Οι επίκτητοι φόβοι δημιουργούνται από
  • την τηλεόραση (έργα με άγρια ζώα, πολέμους, ναυάγια, καταστροφές), τα ΜΜΕ γενικά και το τσίρκο,
  • τα παραμύθια με θηρία, κακές μητριές, εγκαταλείψεις ή / και φόνους,
  • τις τιμωρίες ή τις απειλές τιμωριών (π.χ. “θα πεθάνω έτσι που με στενοχωρείς”),
  • το παράδειγμα των μεγάλων (π.χ. μία μαμά που φοβάται να μένει μόνη της στο σπίτι),
  • τον εκφοβισμό των γονέων (π.χ. μπαμπούλας).

Τα όρια μεταξύ φυσιολογικής αντίδρασης  και υπερβολικού φόβου είναι δύσκολο να καθοριστούν κυρίως λόγω της εξελικτικής πορείας του παιδιού αλλά και της αδυναμίας του να εκφράσει λεκτικά το πρόβλημά του. Παρ’ όλ’ αυτά  είναι απαραίτητη η διερεύνηση και η αντιμετώπιση φόβων, οι οποίοι φαίνονται υπερβολικοί ή διατηρούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, επηρεάζοντας την ομαλή λειτουργικότητα του παιδιού.
Επίσης, μερικοί τρόποι με τους οποίους τα παιδιά «μαθαίνουν» να είναι αγχώδη και να φοβούνται όταν:
χρησιμοποιούνται ως έμπιστοι από τους γονείς τους,
  1. οι γονείς τους απαιτούν από αυτά να είναι «τέλεια»,
  2. οι γονείς δεν παρέχουν σαφή όρια στα παιδιά, απαραίτητα ώστε αυτά να νιώθουν ασφαλή.


Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι φόβοι των παιδιών, οι γονείς χρειάζεται να αποφεύγουν:

  • να επιτρέπουν στα παιδιά υπερβολική έκθεση στα ΜΜΕ,
  • να μιλούν απρόσεκτα μπροστά στα παιδιά τους (π.χ. συζητήσεις για διαρρήξεις ή εγκληματικές ενέργειες),
  • να χρησιμοποιούν απειλές.

Όσο γελοίος κι αν φαίνεται ο φόβος του παιδιού, ο γονιός πρέπει να τον παίρνει πάντοτε στα σοβαρά!

Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη


http://www.hourdaki.edu.gr/

https://www.facebook.com/EkpaideutiriaChourdaki?fref=ts

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Η ειδική διάλεκτος της ενθάρρυνσης.




Η ενθάρρυνση είναι μία από τις σημαντικότερες δυνατότητες που έχουμε να βελτιώσουμε τη σχέση μας με τα παιδιά. Είναι η διαδικασία με την οποία συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στα θετικά τους σημεία, καλλιεργώντας με αυτόν τον τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Ο γονιός που ενθαρρύνει, βοηθά τα παιδιά να  δεχτούν τα λάθη τους και να μάθουν από αυτά. Τα βοηθά να καλλιεργήσουν το θάρρος να μην είναι τέλεια.

Τα παιδιά έχουν μάθει να αντλούν την αίσθηση της αξίας τους με το να δέχονται αμοιβές και τιμωρίες από αυτούς που ασκούν εξουσία. Για να τα βοηθήσουμε να καλλιεργήσουν το αίσθημα της αυτοεκτίμησης, είναι καλό να τονίζουμε ό, τι μας αρέσει και ό, τι εκτιμάμε από αυτά που κάνουν, αντί να συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στα λάθη τους.

Έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι ο έπαινος ενθαρρύνει. Δεν συνειδητοποιούμε όμως ότι αρκετά συχνά ο έπαινος είναι αποθαρρυντικός. Με την πρώτη ματιά έπαινος και ενθάρρυνση μοιάζουν. Αυτό συμβαίνει γιατί και οι δυο συγκεντρώνουν την προσοχή στη θετική συμπεριφορά. Όμως, ο έπαινος είναι ένα είδος ανταμοιβής. Καλλιεργεί ένα αίσθημα ανταγωνισμού. Δίνεται όταν κερδίζουμε, όταν είμαστε οι καλύτεροι. Ο έπαινος εστιάζει στο αποτέλεσμα.
Η ενθάρρυνση δίνεται για την προσπάθεια ή για τη βελτίωση, όσο μικρή κι αν είναι. Ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός που ενθαρρύνει, δεν ενδιαφέρεται να συγκρίνει το παιδί με άλλα. Αντίθετα, δείχνει ότι ενδιαφέρεται ώστε το παιδί να δεχτεί τον εαυτό του και να καλλιεργήσει το θάρρος ν” αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Η ενθάρρυνση αποβλέπει στο να βοηθήσει το παιδί να νιώσει ότι αξίζει. Έτσι λοιπόν προσπαθεί να το κινητοποιήσει ώστε να δρα με εσωτερική παρόρμηση.

Ο έπαινος, όπως και η τιμωρία, είναι μια μέθοδος κοινωνικού ελέγχου. Η υπερβολική εξάρτηση από τον έπαινο μπορεί να έχει ανασταλτικά αποτελέσματα. Τα παιδιά ίσως πιστέψουν ότι η αξία τους εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων. Το παιδί που έχει αυτή την πεποίθηση συνήθως πετυχαίνει να εξασφαλίσει τον έπαινο. Έτσι όμως ο έπαινος ίσως κάνει το παιδί να θέλει να συνεργαστεί μόνον όταν το επαινούν. Αν δεν το επαινούν, το παιδί ίσως πάψει να συνεισφέρει. Το μήνυμα που παίρνει είναι: «αξίζω μόνον όταν ευχαριστώ τους άλλους».

Τα αποθαρρυμένα παιδιά που έχουν αυτή την πεποίθηση σπάνια κάνουν κάτι που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των ενηλίκων. Γι” αυτό και σπάνια παίρνουν τον έπαινο. Όταν όμως έρχεται η ανταμοιβή, τότε συχνά η συμπεριφορά τους μπορεί να χειροτερέψει ξαφνικά για μία από τις ακόλουθες αιτίες:

1)Δεν πιστεύουν ότι αξίζουν τον έπαινο και νιώθουν την ανάγκη να αποδείξουν πόσο λίγο αξίζουν.

2)Φοβούνται ότι ποτέ δε θα μπορέσουν ξανά να κερδίσουν τον έπαινο. Από το φόβο της αποτυχίας, σταματούν να προσπαθούν.

Έτσι ο έπαινος για το αποθαρρυμένο παιδί που έχει απόλυτη ανάγκη για αναγνώριση, ίσως έχει το αποτέλεσμα να το αποθαρρύνει ακόμα περισσότερο.
Όταν κάνουμε παρατηρήσεις για τις προσπάθειες των παιδιών, πρέπει να προσέχουμε πολύ ν” αποφεύγουμε να κάνουμε αξιολόγηση του έργου τους! Πολύ συχνά κάνουμε θετικές παρατηρήσεις με τη μορφή του επαίνου. Αυτές οι παρατηρήσεις εκφράζουν τις δικές μας αξίες και τη γνώμη μας, αντί να βοηθούν τα παιδιά να πιστέψουν στον εαυτό τους.
Καλό είναι οι λέξεις και οι εκφράσεις που δηλώνουν αξιολόγηση (θετική ή αρνητική) να αποφεύγονται. Ακόμα και οι εκφράσεις και οι λέξεις που δηλώνουν θετική αξιολόγηση (έπαινος): καλός, σπουδαίος, άριστος κλπ. μπορούν να αντικαθίστανται από λέξεις ή /και εκφράσεις που ενθαρρύνουν. Η ενθάρρυνση συγκεντρώνει την προσοχή στην εσωτερική αξιολόγηση και τη συνεισφορά του παιδιού.

Κάποιες από τις φράσεις που είναι λειτουργικές είναι:

-«Μου αρέσει ο τρόπος που το χειρίστηκες».
-«Χαίρομαι που σου αρέσει η μελέτη».
-«Φαίνεται ότι ευχαριστήθηκες μ” αυτό».
-«Ευχαριστώ, εκτιμώ αληθινά ότι… ».
-«Φαίνεται ότι κατέβαλες μεγάλη προσπάθεια γι” αυτό».
-«Κοίταξε πόση πρόοδο έχεις κάνει» (προσδιορίστε με ακρίβεια πώς και πού έχει κάνει την πρόοδο)
-«Σε εμπιστεύομαι!»


Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη



Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email: info@hourdaki.edu.gr

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Πόσο «χειριστικά» είναι τα παιδιά τελικά;




Για τους γονείς, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της ζωής του, το παιδί αναμφισβήτητα αποτελεί το κέντρο του κόσμου τους. Υπάρχουν πολλές απόψεις σχετικά με το «χειρισμό» που κάνουν τα παιδιά – από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία – για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Παλαιότερες γενιές μιλούσαν για την «πονηριά» των βρεφών, η οποία εκδηλώνεται όταν τα βρέφη δεν πεινούν ή πονούν, αλλά επειδή επιζητούν την προσοχή των γονιών τους για να τα πάρουν αγκαλιά. Σήμερα ξέρουμε ότι τα βρέφη επιζητούν την προσοχή των ατόμων που τα φροντίζουν και τη σωματική επαφή με αυτά, όχι γιατί είναι «πονηρά» αλλά γιατί χωρίς την κάλυψη αυτής της πρωταρχικής τους ανάγκης δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν υγιώς ψυχικά και σωματικά.
Τα βρέφη διακατέχονται από ένα αίσθημα παντοδυναμίας, που προέρχεται από την αδυναμία τους να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από τη μητέρα τους, με την οποία βρίσκονται σε μια στενή συμβιωτική σχέση. Αργότερα, από το ενάμιση έτος περίπου, οπότε το παιδί ανακαλύπτει το «εγώ», είναι πλέον σε θέση να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους άλλους και διέρχεται τη φάση του «γνωστικού εγωκεντρισμού», που διαρκεί όλη τη νηπιακή ηλικία. Πρόκειται για μια απαραίτητη εξελικτική φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από πολλά πείσματα και έκφραση ισχυρογνωμοσύνης, έλλειψη διαλλακτικότητας, ξεσπάσματα οργής και εντάσεις που δημιουργούνται με τους γονείς του, οι οποίοι δεν είναι συνήθως προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο. Φυσικά το παιδί θέλει να δοκιμάσει τα όριά του, αλλά και τα όρια του γονιού.  Σκοπός του γονιού δεν πρέπει να είναι να κάνει ό, τι θέλει το παιδί, ούτε να επιβάλει την άποψή του, αλλά να συνεργαστεί. Η οριοθέτηση κρίνεται απαραίτητη για την ομαλή ψυχική συγκρότηση του παιδιού, αλλά και για τη δημιουργία καλής σχέσης και επικοινωνίας γονιού-παιδιού.
Έρευνες που έχουν διεξαχθεί διεθνώς έχουν δείξει ότι τόσο η ανεκτική, όσο και η αυταρχική διαπαιδαγώγηση έχουν μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες στη ζωή των παιδιών.
Όταν το παιδί δε συνεργάζεται και προσπαθεί να υπερισχύσει, ο γονιός ματαιώνεται, απογοητεύεται, στενοχωριέται, θυμώνει και φοβάται. Φοβάται ότι δεν είναι ένας αρκετά καλός γονιός και κυρίως (σε σχέση με το παιδί) φοβάται γι’ αυτό που θα αντιμετωπίσει στο μέλλον. Αν το παιδί τον χειραγωγεί, τον «χειρίζεται» με αυτόν τον τρόπο τώρα, τι θα συμβεί στο μέλλον; Για να μπορέσει να οριοθετήσει ο γονιός το παιδί, χρειάζεται να γνωρίζει καταρχήν τα δικά του όρια. Και σαφώς να μπορεί να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του.
Ο φόβος του γονιού σε σχέση με τη χειραγώγηση του παιδιού είναι ουσιαστικά να μη χάσει τον έλεγχο, αλλά και την αγάπη του παιδιού. Πρόκειται για ένα φόβο που παίρνει πολλές διαστάσεις και μορφές και κλιμακώνεται καθώς το παιδί μεγαλώνει. Ο φόβος δε μετατρέπεται σε πανικό μόνο στην εφηβεία. Κάλλιστα μπορεί να γίνει πανικός και νωρίτερα και να οδηγήσει ένα γονιό σε πράξεις και συμπεριφορές για τις οποίες αργότερα θα μετανιώσει, όπως ξύλο, φωνές, άσχημα λόγια, επιπλήξεις, τιμωρίες και στερήσεις που επιβάλλει στο παιδί ως «αντίποινα». Οι προσπάθειες χειραγώγησης του παιδιού ξεκινούν να γίνονται συνειδητά αρκετά νωρίς. Από τη νηπιακή ηλικία, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ένα παιδί γνωρίζει την επίδραση που μπορεί να ασκεί στους γονείς του και τους γύρω του. Καθώς μεγαλώνει, οι προσπάθειες αυτές γίνονται όλο και πιο συνειδητές και πιο οργανωμένες. Πρόκειται για τα γνωστά «παιχνίδια εξουσίας» που παίζουν γονείς και παιδιά. Και ως γνωστό, τα παιχνίδια εξουσίας δεν παίζονται μόνον από έναν.


 Βασιλική Παππά, MSc, PhD


Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη.
Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email: info@hourdaki.edu.gr
 Facebook page https://www.facebook.com/EkpaideutiriaChourdaki?fref=ts

Πηγή : ipop,gr

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Το άγχος στα παιδιά και ο ρόλος των γονιών.



Παλαιότερα, το άγχος ήταν κυρίως προνόμιο των ενηλίκων. Σήμερα, παρατηρούμε ότι όλο και περισσότερα παιδιά σχολικής, αλλά ακόμη και προσχολικής ηλικίας, διακατέχονται από άγχος. Για τη δημιουργία του άγχους στα παιδιά ευθύνονται πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων και το οικογενειακό πλαίσιο. Οι υπέρμετρες προσδοκίες και απαιτήσεις των γονέων από τα παιδιά, τόσο ως προς τα ασφυκτικά γεμάτα προγράμματα που τους επιβάλλουν, με πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες, όσο και ως προς την επίδοση των παιδιών στα σχολικά μαθήματα, αλλά και στις προαναφερθείσες δραστηριότητες, όπου οι γονείς δε θέλουν απλώς τα παιδιά να συμμετέχουν με ευχαρίστηση, αλλά να διακρίνονται, να πρωτεύουν. Συχνά οι γονείς βλέπουν το παιδί ως δική τους προέκταση και ως όχημα για την εκπλήρωση των δικών τους ανεκπλήρωτων επιθυμιών και αναγκών. Επιπλέον, οι διακρίσεις των παιδιών τους παρέχουν κάποιου είδους κοινωνικής ανάδειξης και καταξίωσης.  Όλα αυτά βέβαια βάζουν τα παιδιά σε μια διαδικασία διαρκούς κινητικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης, μέσα από πράγματα που δεν έχουν επιλέξει τα ίδια και στα οποία συνήθως δε βρίσκουν νόημα, δηλαδή δεν έχουν κίνητρο.

Από την άλλη πλευρά, οι γονείς που έχουν άγχος οι ίδιοι, αποτελούν πρότυπο για μίμηση για τα παιδιά τους. Το άγχος είναι ιδιαιτέρως μεταδοτικό και πολύ περισσότερο από τους γονείς προς τα παιδιά. Μπορεί οι γονείς να εκδηλώνουν γενικευμένο άγχος, ή μπορεί να εκδηλώνουν άγχος περισσότερο για συγκεκριμένους τομείς π.χ. για τη δουλειά τους, για το μέλλον και την οικονομική κρίση, για την υγεία, ή για θέματα που αφορούν ειδικά τα παιδιά, όπως η υγεία και η ασφάλειά τους. Τότε τα παιδιά συνήθως αναπαράγουν το άγχος των γονιών, εστιάζοντας μάλιστα στους ίδιους τομείς. Ακόμη, οι ανεκτικοί-αδιάφοροι γονείς, οι οποίοι, είτε με τη φυσική απουσία τους, λόγω πολύωρης καθημερινής εργασιακής απασχόλησης, είτε με τη συναισθηματική τους απουσία (η οποία συνιστά αδιαφορία) δεν παρέχουν ένα σταθερό πλαίσιο ασφάλειας και προβλεψιμότητας και δεν επιδεικνύουν εμπράκτως τη διαθεσιμότητά τους, είναι πολύ πιθανό να έχουν παιδιά ανήσυχα, αγχώδη και ανασφαλή. Τέλος, οι γονείς με τελειοθηρική τάση – οι οποίοι γι’ αυτό και γίνονται ιδιαζόντως επικριτικοί – έχουν παιδιά αγχώδη. Οι τελειομανείς γονείς, συνήθως αποθαρρύνουν τα παιδιά τους αφού δύσκολα μένουν ικανοποιημένοι από αυτά.

Όταν το παιδί διακατέχεται από άγχος, είναι συνήθως ανυπόμονο, δυσκολεύεται να περιμένει. Θέλει να κερδίζει συνεχώς στο παιγνίδι και ματαιώνεται έντονα όταν χάνει. Κάνει βεβιασμένες κινήσεις, γι’ αυτό και κάνει λάθη. Επιζητά συνεχώς την επιδοκιμασία των άλλων. Συχνά κάνει περισσότερα του ενός πράγματα και δυσκολεύεται να διαχειριστεί το χρόνο του. Γίνεται ευερέθιστο και θυμώνει συχνά. Έχει ελάχιστο έως καθόλου ελεύθερο χρόνο. Συχνά μιλά γρήγορα. Αναλαμβάνει πάρα πολλές ευθύνες. Νιώθει ένοχο όταν ξεκουράζεται. Μπορεί να τρώει τα νύχια του. Δεν τρώει – ή τρώει πολύ – και συνήθως δεν κοιμάται αρκετά. Μερικές φορές, το άγχος σωματοποιείται και εκδηλώνεται συνήθως με πονοκεφάλους, κοιλόπονο ή στομαχόπονο, αλλά και με διάφορα τικ.
Για την αντιμετώπιση του άγχους χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα οι γονείς να μπορέσουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά το δικό τους άγχος, να έχουν ρεαλιστικές απαιτήσεις από τα παιδιά και να επιδεικνύουν άνευ όρων αποδοχή. Χρειάζεται να είναι ψύχραιμοι και σταθεροί. Να βοηθήσουν το παιδί να οργανώσει το χρόνο του, ιεραρχώντας τις προτεραιότητές του. Να ακούσουν πραγματικά το παιδί. Να προσπαθούν να συμμετέχουν ουσιαστικά στη ζωή του και να αφουγκράζονται τις ανάγκες του.

Η πιο ανούσια φράση που μπορεί να πει κάποιος, τόσο σε ένα παιδί, όσο και σε έναν ενήλικα είναι: «Μην έχεις άγχος!». Αντ’ αυτού, μπορεί να την επαναδιατυπώσει καταφατικά, ως εξής: «Έχεις άγχος. Θα ήθελες να το συζητήσουμε;». Έτσι, ο γονιός δείχνει στο παιδί ότι αποδέχεται το συναίσθημά του και επιδεικνύει συναισθηματική διαθεσιμότητα. Διαφορετικά, το παιδί παίρνει το μήνυμα ότι κακώς αισθάνεται έτσι όπως αισθάνεται και φυσικά, το άγχος του θα διογκωθεί!


Βασιλική Παππά, MSc, PhD,
Συμβουλευτική Ψυχολόγος,
Επιστημονικά Υπεύθυνη Σχολών Γονέων,
Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη.


Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email : info@hourdaki.edu.gr
Facebook page :  https://www.facebook.com/EkpaideutiriaChourdaki?fref=ts

Πηγή: ipop.gr

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου!





Το θέμα του co-sleeping έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολύ τους επιστήμονες, μια που το έχουν συσχετίσει και με το σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου των μωρών. Τώρα, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Pediatrics μας προειδοποιεί για το πόσο επίσης επικίνδυνο είναι να παίρνετε έστω και έναν σύντομο υπνάκο στον καναπέ αγκαλιά με το μωρό σας. 
Οι ερευνητές ανέλυσαν τις περιπτώσεις 7.934 βρεφών, τα οποία πέθαναν στον ύπνο τους την οκταετία 2004-2012, διαπιστώνοντας πως το 12,9% κοιμόντουσαν σε καναπέ - και τα τρία τέταρτα από αυτά ήταν νεογέννητα! «Μας σόκαρε το γεγονός ότι ένα στα οκτώ νεογέννητα μωρά πέθαναν ενώ κοιμόντουσαν σε καναπέ», δήλωσε ο ερευνητής δρ Jeffrey Colvin, παιδίατρος στο Νοσοκομείο Παίδων Mercy, στην πόλη του Κάνσας. 

«Πριν αρχίσουμε την ανάλυση, ούτε που μας περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί κάποιος να βάλει ένα νεογέννητο μωρό για ύπνο στο συγκεκριμένο έπιπλο. Στην κούνια του είναι και φοβάσαι μήπως πάθει κάτι, όχι στον καναπέ».

 Όπως χαρακτηριστικά αποκαλύπτουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «Pediatrics», περίπου 4.000 βρέφη πεθαίνουν αιφνιδίως κάθε χρόνο στις ΗΠΑ. Παρότι ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν ο μισός από τον αντίστοιχο της δεκαετίας του '90 (μειώθηκε, όπως γράφουν, επειδή οι παιδίατροι άρχισαν να λένε στους γονείς να μην βάζουν τα μωρά μπρούμυτα για ύπνο), παραμένει τεράστιος. Έτσι, θέλησαν να εξετάσουν που μπορεί να οφείλεται. 

Από τα 1.024 μωρά που είχαν πεθάνει πάνω στον καναπέ, το 40% είχαν πάθει ασφυξία ή πνιγμό (π.χ. από μαξιλάρια που έπεσαν πάνω τους ή από το γάλα τους), το 36% είχαν πεθάνει από ακαθόριστη αιτία και το 24% από σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου των βρεφών. 

Η συντριπτική πλειονότητα των βρεφών που πέθαναν στους καναπέδες είχαν ηλικία 3 μηνών ή μικρότερη. Στο σχεδόν 90% των περιπτώσεων, δίπλα στα μωρά καθόταν κάποιος ενήλικας.

Επιπλέον, είχαν εξαπλάσιες πιθανότητες να έχουν κοιμηθεί για πρώτη (και τελευταία) φορά στο συγκεκριμένο χώρο, σε σύγκριση με όσα είχαν πεθάνει στην κούνια τους ή στα κρεβάτια ενηλίκων. «Τα νεογέννητα συχνά καταλήγουν στον καναπέ επειδή λ.χ. ξυπνάνε μέσα στη νύχτα για να φάνε και ο ένας γονιός τα μεταφέρει στο σαλόνι για να μην ξυπνήσει τον άλλο, αλλά αποκοιμιέται την ώρα που τα ταΐζει, με συνέπεια να πνίγονται», εξήγησε η δρ Σιγκάλ Σαχάμ, παθολόγος στο Ιατρικό Κέντρο Cedars-Sinai του Λος Άντζελες. 

Και πρόσθεσε: «Οι γονείς πρέπει να θυμούνται ότι ένα μωρό μπορεί να χάσει εύκολα τη ζωή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και σε οποιοδήποτε χώρο. Θα πρέπει, συνεπώς, να μπαίνουν για ύπνο ανάσκελα, μόνα τους, μόνο μέσα στην κούνια τους, δίχως μαξιλάρια ή οποιοδήποτε άλλο μαλακό αντικείμενο δίπλα τους. Και, βεβαίως, οι γονείς πρέπει να αναγνωρίζουν την δική τους κούραση και να ζητούν βοήθεια». 

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Παιδί και παιχνίδι, ένας υπέροχος δεσμός...




Τα τελευταία χρόνια, η ραγδαία αλλαγή της κοινωνίας μας, λόγω των εξελίξεων στον  τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των απαιτήσεων. Τα παιδιά μεγαλώνουν νωρίτερα απ’ την ηλικία τους, έχοντας καθημερινά πολλές προγραμματισμένες δραστηριότητες και ελάχιστο χρόνο για παιχνίδι.

Κι όμως, το παιχνίδι είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Μέσω του παιχνιδιού το παιδί μαθαίνει να αναπτύσσει τις κοινωνικές του δεξιότητες και να χτίζει την αυτοπεποίθησή του. Το παιχνίδι βοηθάει στην γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς και στην ανάπτυξη των βασικών και προηγμένων κινητικών δεξιοτήτων. Επιπλέον, το βοηθάει να εκφράσει και να καταλάβει τα συναισθήματά του όπως είναι η χαρά, ο θυμός και ο φόβος, καθώς και να ανακαλύψει πως τα δικά του συναισθήματα επηρεάζουν τους άλλους. Το παιχνίδι διεγείρει τη δημιουργικότητα και τη φαντασία και μέσω του παιχνιδιού το κάθε παιδί έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει ένα σωρό πράγματα, όπως πώς λειτουργεί η κοινωνία, τα ήθη και τα έθιμα.

Το παιχνίδι διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Το παιδί στη μικρή του ηλικία προτιμά τα ατομικά μοναχικά παιχνίδια. Παίζει με τα άψυχα και με τα μικρά ζωάκια, που μπορεί να κυριαρχεί πάνω τους, να ξεθυμαίνει την επιθετικότητά του αλλά και να τα αγαπά όσο και όποτε αυτό θέλει. Μεγαλώνοντας χρησιμοποιεί στα παιχνίδια του τις εμπειρίες που απόκτησε και που κατασταλάζουν μέσα του σαν γνώσεις. Στην ηλικία των 9-14  χρονών επικρατεί πάλι το «εγώ» και η τάση να διακριθεί και να ξεχωρίσει από τους άλλους. Τα ομαδικά παιχνίδια βοηθούν τα παιδιά αυτής της ηλικίας να ξεπεράσουν αυτή την κρίση εγωπάθειας και να ενταχθούν ομαλά στο κοινωνικό σύνολο. Όσο οι ψυχοπνευματικές και σωματικές του δυνάμεις τελειοποιούνται και καθώς το παιδί μεγαλώνει, δρα ολοένα και πιο συνειδητά μέσα στο ομαδικό παιχνίδι και αρχίζει να ταυτίζει το ατομικό του συμφέρον με το γενικό της ομάδας, γεγονός, που αποτελεί αρχή της κοινωνικοποίησής του.

Το παιχνίδι των παιδιών πρέπει να είναι δημιουργικό και ελεύθερο, να θέτει σε λειτουργία την φαντασία τους, την διάθεση τους να εξερευνήσουν  τον κόσμο, τα όριά του και τα δικά τους : να μάθουν να ακούν, να περιμένουν, να σχεδιάζουν, να διεκδικούν, να συνεργάζονται. Και  οι ενήλικες καλό είναι να το παίρνουν πολύ στα σοβαρά, αλλά και να το ξεχωρίζουν σαφώς από τις άλλες υποχρεώσεις του παιδιου όσο μεγαλώνει : το σχολείο, το φαγητό, την κοινωνική ζωή. Το παιχνίδι πρέπει να παραμένει, ως και την ηλικία του δημοτικού, ο προνομιακός εκείνος «τόπος» όπου ξεδιπλώνεται η έκφραση όσων δεν μπορούν ακόμα να ειπωθούν, η «χώρα» που βοηθά την εξέλιξη του ψυχισμού και της δομής μιας στερεής και δημιουργικής προσωπικότητας.

Κατερίνα Κουτρούλη ,Εκπαιδευτικός των Εκπαιδευτηρίων Χουρδάκη



Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email : info@hourdaki.edu.gr
http://www.hourdaki.edu.gr/

Πηγή : Ipop.gr

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Και όμως και οι γονείς πρέπει να εκπαιδεύονται.




Οι Σχολές Γονέων εντάσσονται στο πλαίσιο της προληπτικής εκπαίδευσης και συμβουλευτικής σε ομαδικό επίπεδο. Έργο τους είναι αφενός η εκπαίδευση των γονέων και αφετέρου η υποστήριξή τους στο δύσκολο ρόλο τους.

Σκοπός των Σχολών Γονέων είναι:

  1. Να διευρύνουν τη γνώση των γονέων στους τομείς της ανάπτυξης του παιδιού και να τους βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουν ότι οι ανάγκες των παιδιών διαφοροποιούνται ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο.
  2. Να ενθαρρύνουν τους γονείς να αναπτύξουν δεξιότητες για τη βελτίωση του γονικού τους ρόλου και να τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν αυτές τις δεξιότητες.
  3. Να βοηθήσουν τους γονείς να επαναξιολογήσουν με αποτελεσματικό τρόπο τις αξίες και τις πεποιθήσεις τους, τις προσδοκίες και τους στόχους τους σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά τους.
  4. Να τους βοηθήσουν να εκτιμήσουν τη σημασία της γονικής εμπειρίας.
  5. Να εμπλουτίσουν την εμπειρία των γονέων και να αυξήσουν την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση που αντλεί ο κάθε γονέας από την άσκηση του ρόλου του.
Στη χώρα μας η πρώτη Σχολή Γονέων λειτούργησε το 1962 με την πρωτοβουλία της ψυχολόγου Μαρίας Χουρδάκη. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν λειτουργήσει και λειτουργούν εκατοντάδες παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα.

Ο τρόπος εργασίας-συνεργασίας με τους γονείς στις Σχολές Γονέων είναι το σχήμα της εργασίας με ομάδες των περίπου 12 ατόμων. Στις συναντήσεις με τους γονείς – οι οποίες  έχουν δεκαπενθήμερη συχνότητα και διαρκούν 1:30΄ – ο εκπαιδευτής – συντονιστής παρέχει στους γονείς γνώσεις και τους οδηγεί στη σταδιακή διαφοροποίηση της συμπεριφοράς τους.
Οι Σχολές Γονέων διαφοροποιούνται κυρίως ανάλογα με την ηλικία των παιδιών. Έτσι υπάρχουν: α) ομάδα βρεφικής-νηπιακής ηλικίας (0-6 χρόνων), β) ομάδα σχολικής (6-12 χρόνων) και γ) ομάδα εφηβικής ηλικίας (12-18 χρόνων).

Γενικά, τα κίνητρα των γονέων για συμμετοχή σε μία ομάδα Σχολής Γονέων είναι:

  • Ο εμπλουτισμός των γνώσεών τους.
  • Η ανάγκη τους για υποστήριξη.
  • Η επιθυμία τους να γνωρίσουν άλλους γονείς και να ανταλλάξουν απόψεις με αυτούς.
  • Πιο συγκεκριμένα, στο χώρο του σχολείου, τα κίνητρα των γονέων για συμμετοχή σε μία ομάδα Σχολής Γονέων είναι:
  • Η διάθεσή τους να εμπλακούν στη σχολική πραγματικότητα.
  • Η επιθυμία τους για πρόοδο του παιδιού τους στα μαθήματα.
  • Το ενδιαφέρον τους για τη συμπεριφορά του στο χώρο του σχολείου.
  • Ο εμπλουτισμός των γνώσεών τους και η απόκτηση δεξιοτήτων όσον αφορά την άσκηση του ρόλου τους (επίλυση προβλημάτων, στρατηγικές αντιμετώπισης της συμπεριφοράς του / των παιδιού / παιδιών, δεξιότητες αυτοελέγχου και επικοινωνιακές δεξιότητες).
  • Η υποστήριξη που θα δεχθούν τόσο από τον εκπαιδευτή / συντονιστή, όσο και από τους άλλους γονείς.
  • Η επιθυμία τους να συναναστραφούν με άλλους γονείς του σχολείου και να γνωριστούν μαζί τους.
Οι επιδράσεις της Σχολής Γονέων στους γονείς είναι σημαντικές:

  1. Οι σχέσεις τους με το παιδί / τα παιδιά τους βελτιώνεται. Οι γονείς αποκτούν δεξιότητες για τη σωστή αντιμετώπιση της συμπεριφοράς των παιδιών τους. Διαμορφώνουν πιο ρεαλιστικές προσδοκίες, αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ενθαρρύνονται όσον αφορά στην άσκηση του ρόλου τους.
  2. Οι σχέσεις τους με τους εκπαιδευτικούς βελτιώνονται. Οι γονείς είναι πιο πρόθυμοι να συνεργαστούν με τους εκπαιδευτικούς.

    Οι επιδράσεις της Σχολής Γονέων στα παιδιά:
  • Αντιμετωπίζουν πιο θετικά το σχολείο και βελτιώνεται η σχολική τους επίδοση.
  • Μειώνεται η συχνότητα «ανεπιθύμητων» συμπεριφορών και αυξάνεται η αυτοεκτίμησή τους.
  • Βελτιώνεται η επικοινωνία τους με τους γονείς τους.
Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Ψυχολόγος των Εκπαιδευτηρίων Χουρδάκη.


Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email :     info@hourdaki.edu.gr

http://www.hourdaki.edu.gr/

Πηγή : http://ipop.gr

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ποιος θεωρείται καλός γονιός;



Πολλές απόψεις έχουν διατυπωθεί σχετικά με το ποιος θεωρείται καλός γονιός. Για πολλούς μελετητές ο καλός γονιός χαρακτηρίζεται «αποτελεσματικός», ενώ άλλοι θεωρούν ότι πιο δόκιμος είναι ο όρος «αρκετά καλός γονιός». Ωστόσο, όλοι συμφωνούν ότι τέλειος γονιός δεν υπάρχει. Αυτό που ενδείκνυται είναι περισσότερο ένα λειτουργικό κι όχι ένα ιδανικό γονικό πρότυπο. Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα της ψυχολογίας, ως πιο λειτουργικό πρότυπο γονέα έχει αποδειχθεί το δημοκρατικό. Ο δημοκρατικός τρόπος διαπαιδαγώγησης έχει αναδειχθεί ως ο πιο πρόσφορος, ο πιο αποδοτικός τρόπος άσκησης του γονικού ρόλου. Γενικά, «καλός» γονέας, είναι εκείνος που αποκομίζει ευχαρίστηση από τον ρόλο του, που ικανοποιεί τόσο τις ανάγκες του παιδιού του, όσο και τις δικές του ανάγκες για να υπάρχει μια όσο το δυνατόν ισόρροπη και παραγωγική σχέση.
Σύμφωνα με τη γνωστή τυπολογία της Baumrind (η οποία διαφοροποιήθηκε από άλλους μελετητές), οι γονείς διακρίνονται σε:


  • Αυταρχικούς
  • Ανεκτικούς-επιεικείς
  • Ανεκτικούς-αδιάφορους
  • Δημοκρατικούς

Τα δυο βασικά κριτήρια ως προς την παραπάνω κατηγοριοποίηση είναι ο βαθμός απαιτήσεων που οι γονείς έχουν από τα παιδιά και ο βαθμός ανταπόκρισης που επιδεικνύουν στις ανάγκες τους. Τα παραπάνω κριτήρια επελέγησαν διότι μετά από σχετικές αναλύσεις αποδείχτηκε ότι αποτελούν τις βασικές παραμέτρους διαμόρφωσης του γονικού ρόλου.

Ο αυταρχικός τύπος γονέα ίσως μοιάζει παρωχημένος, όμως δυστυχώς συναντάται και σήμερα. Είναι οι γονείς που κάνουν χρήση αυστηρού ελέγχου, έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από το παιδί, χωρίς να το ακούν και να συζητούν μαζί του, δεν το στηρίζουν συναισθηματικά και είναι τιμωρητικοί. Είναι απόλυτοι στις κρίσεις τους και δίνουν μεγάλη σημασία στην υπακοή. Δε συζητούν, απλώς αναγκάζουν άμεσα ή έμμεσα το παιδί να ακολουθήσει τις επιθυμίες και τις προσταγές τους. Επιδεικνύουν σεβασμό στην εργατικότητα και τη σκληρή προσπάθεια (όταν επιφέρει θετικό αποτέλεσμα) και έχουν ιδιαίτερο άγχος όσον αφορά την κοινωνική σύγκριση. Θέλουν το παιδί τους να είναι πρώτο και μονίμως καταφεύγουν στην κοινωνική σύγκριση, συγκρίνοντας την επίδοσή του με εκείνη άλλων παιδιών. Πιθανότατα πρόκειται για τον γονιό που έχει ο ίδιος τύχει μιας αντίστοιχης διαπαιδαγώγησης από τους δικούς του γονείς, ή για έναν γονιό που είχε ιδιαιτέρως ανεκτικούς γονείς, οπότε μετατοπίστηκε προς το άλλο άκρο. «Αυταρχικός» δεν είναι μόνο ο γονιός που κακοποιεί σωματικά το παιδί του. Μπορεί να το υποτιμά και να το απαξιώνει λεκτικά, ή με τη στάση του, με έναν έμμεσο τρόπο. Σε μία σχετική έρευνα που έχουμε διεξαγάγει με τις Σχολές Γονέων, είναι εντυπωσιακό ότι τα πρώτα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι γονείς ανωτάτου μορφωτικού επιπέδου είναι πιο αυταρχικοί από τους γονείς που ανήκουν στους υπόλοιπους τύπους.
Τα παιδιά με αυταρχικούς γονείς δεν είναι ευχαριστημένα με τον εαυτό τους. Δυσκολεύονται να θέσουν στόχους και παραιτούνται εύκολα από την προσπάθειά τους. Είναι συνήθως παιδιά εσωστρεφή και αποσυρμένα, φοβισμένα και αγχώδη. Δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους άλλους και διακρίνονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Ο δεύτερος τύπος γονέα είναι ο ανεκτικός-επιεικής. Ο ανεκτικός-επιεικής γονέας επιδεικνύει ιδιαίτερη ζεστασιά και είναι πολύ στοργικός με το παιδί του, δυσκολεύεται όμως ιδιαίτερα στην άσκηση ελέγχου. Συζητά υπερβολικά με το παιδί, χωρίς να το οριοθετεί. Έχει εξαιρετικά λίγες απαιτήσεις από αυτό όσον αφορά τις δουλειές του σπιτιού και τη διατήρηση της τάξης. Αποδέχεται τις παρορμήσεις του παιδιού του και τα οποιαδήποτε «θέλω» του. Είναι ο γονέας που δυσκολεύεται ιδιαίτερα να πει «όχι» στο παιδί του.
Συχνά παρατηρούμε ότι οι γονείς ακολουθούν αυτό το είδος διαπαιδαγώγησης γιατί πιστεύουν ότι αυτό είναι το καλύτερο για το παιδί τους. Μπορεί να μεγάλωσαν οι ίδιοι με αυταρχικούς γονείς, οπότε να κατευθύνονται αντιδραστικά προς το άλλο άκρο. Μπορεί να διακατέχονται από υπερβολικό άγχος ως προς το ρόλο τους, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε σύγχυση και να μην μπορούν να θέσουν όρια και κανόνες.
Τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς του στο παιδί δεν είναι θετικά. Το παιδιά ανεκτικών-επιεικών γονέων διακατέχονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δυσκολεύονται να είναι αυτοδύναμα, είναι παρορμητικά, έχουν προβλήματα συγκέντρωσης και επιδεικνύουν επιθετική συμπεριφορά. Επειδή έχουν μάθει να τους παρέχουν τα πάντα, είναι ελάχιστα διερευνητικά και διεκδικητικά και διακρίνονται από πολύ μικρό αυτοέλεγχο.
Ο ανεκτικός-αδιάφορος γονιός από την άλλη ούτε ασκεί έλεγχο στο παιδί του, ούτε ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Απορρίπτει και αγνοεί το παιδί και το αφήνει να ρυθμίσει μόνο του τη συμπεριφορά του. Συχνά πρόκειται για γονείς που παραμελούν τα παιδιά τους. Κάποιες φορές οι γονείς αυτοί παρουσιάζουν κατάθλιψη και συμπεριφέρονται με τον τρόπο αυτό στα παιδιά τους γιατί νιώθουν συντετριμμένοι από τα δικά τους προβλήματα.
Δυστυχώς, οι έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά αυτά τα καταφέρνουν χειρότερα από τα παιδιά των γονέων που ανήκουν στους υπόλοιπους τύπους. Χαρακτηρίζονται από αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά, από προβλήματα εσωτερίκευσης και εξωτερίκευσης και η επίδοσή τους σε γνωστικού τύπου δοκιμασίες είναι πιο χαμηλή. Ως έφηβοι, κινδυνεύουν περισσότερο από άλλους εφήβους να υιοθετήσουν παραβατική συμπεριφορά.
Ο δημοκρατικός γονέας έχει μεν απαιτήσεις από το παιδί του, αλλά ανταποκρίνεται και στις ανάγκες του. Οι δημοκρατικοί γονείς ασκούν έλεγχο στο παιδί τους αλλά οι απαιτήσεις τους εκφράζονται με ευελιξία και σταθερότητα και διαμορφώνονται ανάλογα με την ηλικία και τις ιδιαιτερότητες του παιδιού. Ενθαρρύνουν την αυτονόμηση του παιδιού, αλλά θέτουν όρια στη συμπεριφορά του. Συζητούν πολύ με το παιδί τους, καταφεύγουν συχνά στον διάλογο. Επιδεικνύουν υψηλό βαθμό ζεστασιάς και στοργής. Ξέρουν ν’ ακούν το παιδί τους, διακρίνονται από επικοινωνιακές δεξιότητες. Θεωρούν ότι οι διακριτοί ρόλοι και η ύπαρξη ιεραρχίας είναι απαραίτητα στοιχεία για την καλή λειτουργία της οικογένειας.
Ο δημοκρατικός γονέας έχει σημαντική επίγνωση του ρόλου του και των δυσκολιών του ρόλου αυτού. Είναι ο γονιός που μέσα από τη συμμετοχή του σε μια ομάδα Σχολής Γονέων προσπαθεί να ισορροπήσει την ικανοποίηση των αναγκών του και του παιδιού του. Είναι ο γονιός που έχει αποδεχθεί την μη ύπαρξη του «τέλειου» γονιού και που βρίσκει το θάρρος να την αποδεχθεί. Ο γονιός που δεν εφησυχάζει, αλλά βρίσκεται σε μια πορεία διαρκούς προβληματισμού σχετικά με τις ανάγκες του παιδιού του και της εποχής του, αναζητά ένα δημοκρατικό μοντέλο διαπαιδαγώγησης.
Το παιδί με δημοκρατικούς γονείς γίνεται ανεξάρτητο και μαθαίνει να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Έχει αυτοέλεγχο, είναι διερευνητικό και είναι ευχαριστημένο με τον εαυτό του. Λειτουργεί πιο αποτελεσματικά και στον γνωστικό τομέα σε σχέση με τα άλλα παιδιά και θέτει στόχους. Επίσης, είναι πιο συνεργατικό, μπορεί να λειτουργεί ομαδικά και απολαμβάνει τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε ομαδική δραστηριότητα.
Το δημοκρατικό πρότυπο διαπαιδαγώγησης φυσικά εφαρμόζεται από γονείς, αλλά και από παιδαγωγούς και γενικά ενδείκνυται για όλους τους ενήλικες που ασχολούνται με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού.


Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Συμβουλευτική ψυχολόγος
Ψυχολόγος των Εκπαιδευτηρίων Χουρδάκη.












http://www.hourdaki.edu.gr/

*Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Παππά, Β. (2006). Επάγγελμα Γονέας. Ψυχολογικοί Τύποι Γονέων και Συμπεριφορά Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Καστανιώτης

Πηγή :ipop.gr

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Ο 6λογος του καβγά. Για ποιους λόγους τσακώνονται τα αδέρφια;

Τι πιο συνηθισμένο σε μια οικογένεια από τους καβγάδες μεταξύ των παιδιών; Φωνές, κλάμα, σπρωξίματα και πολλές φορές… ξύλο είναι καταστάσεις που πάρα πολλοί γονείς ζούν σχεδόν καθημερινά και σίγουρα τους έχουν κουράσει. Ποιά όμως είναι η αληθινή αιτία του προβλήματος; Ακολουθούν οι 6 συνηθέστεροι λόγοι:
Η διαφορά της ηλικίας
Πρώτο και βασικότερο στην λίστα αυτή είναι η διαφορά της ηλικίας. Επειδή συνήθως τα αδέλφια έχουν λίγα έως πολλά χρόνια διαφορά, αυτό περιπλέκει τα πράγματα και πυροδοτεί καβγάδες και έντονη δυσαρέσκεια. Για παράδειγμα, όταν το ένα παιδί πηγαίνει σχολείο και πρέπει να διαβάσει τα μαθήματα του, ενώ το άλλο ζει την ανέμελη προσχολική του ηλικία και αρχίζει να ενοχλεί το μεγαλύτερο, προκύπτουν προβλήματα.Όπως και όταν το ένα παιδί πηγαίνει σε κάποιο παιδικό σταθμό και το άλλο σαν βρέφος βρίσκεται στο σπίτι με την μαμά. Η ηλικία του κάθε παιδιού προσδιορίζει και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, τις ανάγκες του και τη φάση της ατομικής του εξέλιξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κατανόηση αυτής της κατάστασης από τα παιδιά.
 Διαφωνίες….Εκ του ασφαλούς
Τα αδέρφια παρέχουν ασφάλεια ο ένας στον άλλο. Και αυτό τα παιδιά το γνωρίζουν. Ξέρουν πως αν τσακωθούν με κάποιο φίλο τους, μπορεί να τον χάσουν. Στην οικογένεια όμως δεν συμβαίνει αυτό. Για αυτό πολλές φορές η αιτία της διαφωνίας μεταξύ των παιδιών, είναι ποιανού θα περάσει. Χωρίς κανένα άλλο λόγο, απλώς για επιβεβαίωση και για να επαναλάβουν την αγαπημένη φράση της λήξης του καβγά «Αφού τον/την αδερφό/ή μου αγαπάς πιο πολύ μαμά!»
 Περνούν πολύ χρόνο μαζί
Αυτή είναι μια κατάσταση που αντιμετωπίζουν και τα ζευγάρια.Όταν είσαι με ένα πρόσωπο κάθε μέρα, για όλη την ημέρα είναι επόμενο κάποια στιγμή να τσακωθείς. Πόσο μάλλον αν μοιράζεσαι τα ίδια πράγματα και φυσικά τους ίδιους γονείς.
 Έχουν διαφορετικές προσωπικότητες
Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Και αυτό φαίνεται. Από πολύ μικρή ηλικία μάλιστα. Μην πανικοβάλεστε. Στο μέλλον σίγουρα θα υπάρξουν συμβιβασμοί. Προς το παρόν καλό θα ήταν να αφήνετε το κάθε παιδί να κάνει τις επιλογές του. Αν για παράδειγμα το ένα παιδί προτιμάει να παίζει πιο ήσυχα παιχνίδια ενώ το άλλο κάποια με περισσότερο θόρυβο, καλό θα ήταν να παίξουν σε δύο διαφορετικούς χώρους το παιχνίδι που επέλεξε το κάθε ένα.
 Δεν έχουν μάθει να μοιράζονται
Όσα παιχνίδια και να αγοράζουν οι γονείς πάντα θα μαλώνουν για κάποιο άλλο. Κάποια στιγμή, όλα τα αδέρφια πρέπει να μάθουν να μοιράζονται. Όσο είναι στην βρεφική ηλικία αυτό είναι εύκολο, όσο όμως μεγαλώνουν και ειδικά στην ηλικία των 3-4 τα πράγματα δυσκολεύουν. Με υπομονή όλα θα γίνουν.
 Δεν έχουν ίδια προνόμια
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν παίρνουν όλο και περισσότερα προνόμια. Αυτό όμως δεν γίνεται κατανοητό από το μικρότερο μέλος της οικογένειας και προκαλεί εντάσεις. Μην φοβάστε να βάλετε όρια. Όσο μεγαλώνει το κάθε παιδί θα καταλαβαίνει και γιατί υπάρχει αυτή η οριοθέτιση. Τα όρια πάνε ανάλογα με την ηλικία και αυτό δεν αλλάζει. Μην ξεχνάτε ότι έχετε να κάνετε με δύο ή και περισσότερα διαφορετικά τελείως άτομα.
Καλό θα ήταν, να μην παρεμβαίνετε. Τουλάχιστον όχι όσο οι διαφωνίες παραμένουν σε κόσμια επίπεδα. Ζητήστε από τα παιδιά να λύσουν μόνα τους την διαφωνία και παρακολουθήστε διακριτικά όσα συμβαίνουν και δώστε τους χρόνο. Θυμηθείτε να αιτιολογείτε στα παιδιά την γνώμη σας και να τους υπενθυμίζεται ότι τα αγαπάτε. Φροντίστε να είστε πάντα δίκαιοι, σταθεροί και να περνάτε χρόνο ξεχωριστά με το κάθε παιδί.
Τατιάνα Σταθακάρου, Βρεφονηπιοκόμος
Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη







Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609

Πηγή - http://ipop.gr/